Δοκιμή: Dacia Duster 1.5 Blue dCi 114 PS 4WD

H Dacia φέτος γιορτάζει τα 2 εκατομμύρια πωλήσεις του πιο δημοφιλούς μοντέλου της, που ακούει προφανώς στο όνομα Duster. Η ιδέα ενός πραγματικού SUV σε εμφάνιση και ικανότητες, με πρακτικό και ευρύχωρο εσωτερικό και όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στον βασικό εξοπλισμό, ήταν μια πετυχημένη συνταγή που έγινε ελκυστική σε πολύ μεγάλο κοινό και όχι μόνο σε όσους είχαν περιορισμένο budget. Όλα τα παραπάνω έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εμπορική επιτυχία του αλλά το βασικότερο απ’ όλα είναι ο “Value For Money” χαρακτήρας του, ο οποίος και επαναπροσδιορίστηκε με τη 2η γενιά, τo 2018. Με μια μικρή ανανέωση το μοντέλο απέκτησε πιο φρέσκια εικόνα και καλύτερη αίσθηση ποιότητας στο εσωτερικό διατηρώντας την πλήρη γκάμα κινητήρων βενζίνης, πετρελαίου και διπλού καυσίμου βενζίνης-υγραερίου. Ο τελευταίος διαθέτει μεγαλύτερο ρεζερβουάρ υγραερίου 50 λίτρων ενώ η πιο ισχυρή έκδοση του βενζινοκινητήρα 1.3 TCE με 150 ίππους διατίθεται με αυτόματο κιβώτιο διπλού συμπλέκτη 6 σχέσεων και όλες οι υπόλοιπες στάνταρ με χειροκίνητο 6 σχέσεων. Η μόνη τετρακίνητη έκδοση παραμένει αυτή με το ντίζελ κινητήρα και είναι φυσικά η πιο ικανή.

Αναβάθμιση

Το Duster είναι ένα μοντέλο που περνάει “under the radar” αλλά είναι αναγνωρίσιμο και αρεστό στους περισσότερους. Είναι αυτό που φαντάζεσαι, ένα ευρύχωρο οικογενειακό SUV το οποίο είναι ικανό να τα βάλει με δύσκολα εμπόδια εκτός δρόμου. Σε αυτή την εικόνα σημαντικό ρόλο παίζουν μερικά Off-Road χαρακτηριστικά όπως τα προστατευτικά στους προφυλακτήρες, οι ράγες στην οροφή και η μεγάλη απόσταση των 21,4 εκ. από το έδαφος. Το πλαϊνό πλευρικό διακοσμητικό, πάνω στο οποίο υπάρχουν τα φλάς και στη περίπτωση της τετρακίνητης έκδοσης ένα λογότυπο 4WD, παρέχει προστασία από χαλίκια και λάσπες ενώ επιτυγχάνει περιορισμό του κόστους (οι τροχοί είναι μετατοπισμένοι σε σχέση με τις πόρτες) προσθέτοντας ένα ακόμα μοναδικό στιλιστικό στοιχείο στην περιπετειώδη εμφάνιση του.

Η ανανέωση φέρνει αλλαγές που το εναρμονίζουν με τα νέα Sandero, Logan, Spring και Jogger στο κομμάτι της φωτεινής υπογραφής, με το πλάγιο Y να έχει ενσωματωθεί τόσο μπροστά όσο και πίσω σε LED τεχνολογία. Η μάσκα έχει περισσότερο χρώμιο και οι τροχοί 16 ή 17 ιντσών έχουν ανασχεδιαστεί. Στην καλύτερη έκδοση εξοπλισμού Prestige το πακέτο Look είναι στάνταρ και περιλαμβάνει εξωτερικού καθρέπτες, ποδιές στους προφυλακτήρες και ράγες οροφής σε απόχρωση χρωμίου σατινέ, ζάντες αλουμινίου 17 ιντσών και φιμέ πίσω τζάμια.

Στο εσωτερικό η εικόνα παραμένει ίδια και δεν υπάρχει κάποια σχεδιαστική αλλαγή πέρα από την οθόνη. Διαθέσιμη ως στάνταρ από την μεσαία έκδοση Sportive έχει κερδίσει 1 ίντσα φτάνοντας συνολικά τις 8 και έχει νέα περιμετρική σχεδίαση με κουμπιά συντομεύσεων αφής και ένα ανάγλυφο λογότυπο DUSTER στο κάτω μέρος. Το νέο infotainment σύστημα Media Display είναι αυτό που είδαμε για πρώτη φορά στα νέα Sandero και είναι πιο γρήγορο από το προηγούμενο, έχει μεγαλύτερα χρωματιστά εικονίδια αλλά και καλύτερη ανάλυση. Διαθέτει επίσης δυνατότητα ασύρματης (!) σύνδεσης με Android Auto και Apple CarPlay, κάτι που ακόμα και πολύ πιο τεχνολογικά προηγμένα premium μοντέλα δεν έχουν ενσωματώσει. Στην έκδοση Prestige είναι εγκατεστημένο και σύστημα πλοήγησης με χάρτες στα ελληνικά αλλά προφανώς δεν συγκρίνονται με τα Google Maps, τα οποία θα είναι πάντα η πρώτη επιλογή όλων. Το τετρακίνητο έχει επιπλέον ανανεωμένο σύστημα παρακολούθησης της τετρακίνησης με πληθώρα πληροφοριών όπως κλισιόμετρο (πλευρικό, διαμήκες), πυξίδα, υψόμετρο, και προσαρμοζόμενο σύστημα υποβοήθησης κατάβασης.

Η θύρα USB έχει μετατοπιστεί από την άβολη θέση στο πάνω μέρος της οθόνης κάτω χαμηλά στη κεντρική θήκη του ταμπλό, δίπλα στη πρίζα 12V, μαζί με ακόμα μία και άλλες δύο για τους πίσω επιβάτες.

H Dacia κάνει λόγω για αναβάθμιση στη ποιότητα και στο φινίρισμα και εμείς το επιβεβαιώνουμε. Το μεγάλο πλαστικό που καλύπτει το ταμπλό έχει αισθητά καλύτερη ποιότητα από το μοντέλο που αντικαθιστά και θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι κάπως πιο μαλακό. Καλύτερες είναι οι υφασμάτινες επενδύσεις των καθισμάτων, με τις δερμάτινες να ανήκουν στον προαιρετικό εξοπλισμό της καλύτερης έκδοσης αλλά να καλύπτουν σε αυτήν το κεντρικό υποβραχιόνιο και ένα μεγάλο μέρος της πόρτας. Σε γενικές γραμμές παραμένει το “σκληρό” εσωτερικό με ικανοποιητική συναρμογή και έξυπνες πρακτικές θήκες, όπως τη γνώριμη στο ταμπλό με την αντιολισθητική επιφάνεια. Το υποβραχιόνιο του οδηγού είναι τμήμα της κεντρικής κονσόλας (υπήρχε προαιρετικά) και όχι του καθίσματος με μεγαλύτερο αποθηκευτικό χώρο 1,1 λίτρου.

Το κάθισμα του οδηγού έχει όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις (ρύθμιση ύψους από τη μεσαία έκδοση) αλλά και επιπλέον υποστήριξη της μέσης ( μόνο στην Prestige). Προφέρει άνετη και πάντα ψηλή θέση οδήγησης ενώ διαθέτει επίσης νέας σχεδίασης προσκέφαλο για καλύτερη ορατότητα των πίσω επιβατών. Οι χώροι για τους πίσω επιβάτες είναι αρκετά καλοί για τη κατηγορία, τόσο με το διαθέσιμο χώρο για το κεφάλι όσο και για τα γόνατα και το κεντρικό τούνελ, αν και πλατύ, δεν υψώνεται πολύ και επομένως δεν θα δυσκολέψει τον τρίτο επιβάτη να τοποθετήσει τα πόδια του. Την εύκολη “εγκατάσταση” παιδικού καθίσματος θα επιτρέψουν το άνοιγμα της πόρτας και τα εύκολα προσβάσιμα σημεία δεσίματος ISO-FIX, με μόνη σημείωση, ότι εάν έχετε οδηγήσει προηγουμένως σε χωματόδρομο ή λασπόδρομο είναι εύκολο να λερωθείτε από το πλαϊνό σημείο του αυτοκινήτου. Αν και οι λασπωτήρες κάνουν εξαιρετική δουλειά, η τοποθέτηση των προαιρετικών σκαλοπατιών, ίσως είναι καλή επιλογή ειδικότερα σε αυτή την έκδοση.

Ο χώρος αποσκευών της τετρακίνητης έκδοσης είναι μειωμένος στα 411 λίτρα αλλά έχει σωστό και πλήρως εκμεταλλεύσιμο σχήμα με επίπεδο σημείο φόρτωσης που κρύβει από κάτω μια ρεζέρβα κανονικού μεγέθους. Δεν λείπουν τα απαραίτητα γαντζάκια και σημεία δεσίματος, το φωτάκι και η πρίζα 12V ενώ με την αναδίπλωση ο χώρος φτάνει τα 1.559 λίτρα.

Ναι, είναι Ντίζελ

Κάτω από το καπό του δεν υπάρχει καμία απολύτως διαφορά. Ο κινητήρας πετρελαίου είναι ο 1.500 κ.εκ. dCi με τέσσερις κυλίνδρους και ψεκασμό AdBlue για να πληροί τα αυστηρά πρότυπα του Εuro6 D-Final σε ότι αφορά τις εκπομπές ρύπων. Αποδίδει 114 ίππους (1 λιγότερο από τη 2WD έκδοση) και 270 Nm ροπής διαθέσιμα από τις 1.750 σ.α.λ. Χαμηλά, δηλαδή από τη κορύφωση της ροπής μέχρι περίπου τις 2.800 δείχνει ζωηράδα, χωρίς λαγκάρισμα αλλά και ευστροφία όμως όσο τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν δείχνει σημάδια κόπωσης. Άνετα ταξιδεύει με 130 χλμ./ώρα αλλά μπορεί να ζοριστεί σε προσπέραση πάνω από αυτά ακόμα και με την 5η σχέση ενώ θα χρειαστεί φόρα για να φτάσει την τελική του. Σε έναν επαρχιακό δρόμο με ταχύτητες κάτω των 100 χιλιομέτρων τα πράγματα είναι καλύτερα όπου με 4η σχέση έχει άφθονη ροπή για προσπέραση με ασφάλεια. Το κιβώτιο είναι 6άρι και πολύ ιδιαίτερο σε κλιμάκωση για να ταιριάζει στο χαρακτήρα. Η 1η σχέση είναι πολύ κοντή και στην ουσία το ξεκίνημα πρέπει να γίνεται σχεδόν πάντα με 2α, ακόμα και αν ο δρόμος είναι ελαφρώς ανηφορικός. Σε συνθήκες οδήγησης εκτός αυτοκινητόδρομου η αναλογία είναι μια σχέση πάνω απ’ ότι σε ένα συνηθισμένο κιβώτιο, για παράδειγμα στα στενά της πόλης στρίβει με 3η, όμως οι τελευταίες δύο σχέσεις είναι πιο μακριές για πιο άνετο και οικονομικό ταξίδι.

Όσον αφορά την οικονομία καυσίμου θα την χαρακτηρίζαμε εξαιρετική, πόσο μάλλον για ένα τετρακίνητο SUV 1.492 κιλών και η μέση κατανάλωση σε 700+ χιλιόμετρα μεικτής οδήγησης στη δοκιμή μας δεν πέρασε τα 6,1 λ./100 χιλιόμετρα. Ακόμα και υπό πίεση στο βουνό δύσκολα είδαμε 7άρια ενώ στο ταξίδι με λογικές ταχύτητες έπεσε στα χαμηλά 5αρια. Με το 50άρι ρεζερβουάρ του έχουμε να κάνουμε με αυτονομία που ξεπερνάει, αν η οδήγηση είναι προσεκτική, τα 850 χιλιόμετρα ή ακόμα και τα 950 σε ταξίδι.

Σκληροτράχηλο και ικανό

Όπως σε όλες τις εκδόσεις εντός δρόμου είναι πολύ άνετο, σε σημείο μάλιστα που εντυπωσιάζει με την απόσβεση της ανάρτησής του. Είναι ολόσωστα ρυθμισμένη για να κρατά τις κλίσεις σε λογικά επίπεδα για τα 21,4 εκ. της απόστασης του από το έδαφος και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει γλυκά τις ανωμαλίες, στην τετρακίνητη έκδοση μάλιστα που έχει ανεξάρτητη πίσω ανάρτηση τα πάει ακόμα καλύτερα. Βέβαια το σημείο αναφοράς δεν είναι η άνεση αλλά η τετρακίνηση και οι δυνατότητες που έχει εκτός δρόμου, οι οποίες είναι πραγματικά πολύ περισσότερες από αυτό που προσφέρουν τα έτσι κι αλλιώς “χωμάτινα” στάνταρ ελαστικά M+S.

Υπάρχουν τρεις επιλογές από τον περιστροφικό διακόπτη στη κεντρική κονσόλα. Η πρώτη απομπλέκει τον πίσω άξονα, η δεύτερη ενεργοποιεί την αυτόματη τετρακίνηση που λειτουργεί βάσει της πρόσφυσης των τροχών και η τρίτη κλειδώνει τη τετρακίνηση και μοιράζει τη ροπή στους δύο άξονες σε ποσοστό 53:47 έως τα 29 χλμ./ώρα. Το “κλείδωμα” θα χρειαστεί μόνο σε πολύ απαιτητικά κομμάτια όπου υπάρχει φόβος να γλιστρήσει από λάσπες ή χιόνι ή να κολλήσει σε ανώμαλο έδαφος που μπορεί να μην έχουν επαφή όλοι οι τροχοί από νεροφαγώματα. Ως επί το πλείστον η αυτόματη λειτουργία καλύπτει κάθε εξόρμηση στα βουνά ακόμα και στην άσφαλτο, με τα επίπεδα πρόσφυσης να είναι πολύ πιο ψηλά απ’ ότι θα περίμενε κανείς για ένα τέτοιο SUV και όταν τα όρια πλησιάσουν το παρεμβατικό σύστημα ESP θα βοηθήσει χωρίς να τρομάξει.

Αντίθετα, στο χώμα δείχνει να είναι λιγότερο παρεμβατικό και με τις σωστές κινήσεις, και τη κατάλληλη οδήγηση φυσικά, μπορεί να αποδειχθεί ένα ευχάριστο παιχνίδι για… μεγάλα παιδιά. Πέρα από το παιχνίδι όμως, στις χωμάτινες διαδρομές είναι που πραγματικά αποδεικνύει την αξία του. Με γωνία προσέγγισης στις 30°, διαφυγής στις 33° και ράμπας στις 21° δεν υπάρχουν πολλά εμπόδια ή επιφάνειες που μπορούν να το σταματήσουν. Εκεί είναι που η κοντή 1η σχέση θα είναι χρήσιμη, σε δύσκολα ανηφορικά ή κατηφορικά κομμάτια κυρίως, αν και για τα κατηφορικά υπάρχει σύστημα αυτόματης κατάβασης το οποίο δοκιμάσαμε και λειτουργεί ικανοποιητικά. Θετική και η ύπαρξη κανονικού μηχανικού χειρόφρενου.

Το τιμόνι είναι πιο ακριβές από τις άλλες εκδόσεις και έχει περισσότερη αίσθηση, ειδικότερα εκτός δρόμου, ενώ τα φρένα είναι δυνατά και έχουν ικανοποιητική αίσθηση στο πεντάλ. Το κιβώτιο έχει έναν επιλογέα με σαφή αίσθηση και καλό κούμπωμα αλλά και έναν πολύ εύκολο συμπλέκτη.

Καμία διαφορά δεν παρατηρείται στην έτσι κι’ αλλιώς βελτιωμένη ηχομόνωση της δεύτερης γενιάς αλλά δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν θα θέλαμε ακόμα περισσότερη απομόνωση στη καμπίνα, ειδικότερα σε αυτή την έκδοση όπου ο θόρυβος του πετρελαιοκινητήρα μπορεί να περάσει σε χαμηλό φορτίο. Οι αεροδυναμικοί θόρυβοι πάντως είναι βελτιωμένοι. Στη πόλη είναι αρκετά ευέλικτο, στο ταξίδι αρκετά σταθερό και η αίσθηση στιβαρότητας του πλαισίου αποπνέει εμπιστοσύνη και αξιοπιστία στη σκληρή χρήση.

Συμπέρασμα

Μικρές προσθήκες κάνουν την ανανεωμένη έκδοση του Duster πιο ελκυστική και πιο “τεχνολογική”. Η τετρακίνητη diesel έκδοση του ταιριάζει γάντι τόσο για την ανάδειξη των ικανοτήτων του όσο και για την οικονομία που μπορεί να προσφέρει. Και ας είμαστε ειλικρινείς, στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα όπου τα SUV έχουν κερδίσει το κοινό και οι τιμές μοντέλων και καυσλίμων κόκκινο, κανένα άλλο δεν μπορεί να προσφέρει όσα το Duster σε τόσο χαμηλή τιμή. Ακόμα και τώρα με τα προβλήματα της αγοράς που την έχουν ανεβάσει αρκετά, παραμένει το πιο προσιτό σκληροτράχηλο τετρακίνητο της κατηγορίας, και όχι μόνο!

Τιμή και τεχνικά χαρακτηριστικά

Τιμή: από 24.460 €, 25.500 € στην Έκδοση Prestige

Κινητήρας: 1.461 κ.εκ. diesel
Ισχύς-Ροπή: 114 hp / 3.750 σ.α.λ., 265 Nm / 1.750 σ.α.λ
Μετάδοση: Τέσσερις τροχούς με μηχανικό κιβώτιο 6 σχέσεων
Επιτάχυνση: 0-100 χλμ./ώρα σε 10.2 δευτερόλεπτα
Τελική ταχύτητα: 175 χλμ./ώρα
Μέση κατανάλωση
εταιρείας – δοκιμής:
– 6.1 λ./100 χλμ.
Εκπομπές CO2: 138 g/km

Διαστάσεις (Μ/Π/Υ):  4.341/1.804/1.693 mm
Βάρος: 1429 κιλά
Χώρος αποσκευών: 414 λ.

 

Τρύφωνας Αλεξόπουλος

Ο Τρύφωνας Αλεξόπουλος είναι δημοσιογράφος αυτοκινήτου, υπεύθυνος σύνταξης του ιστότοπου carguys.gr και συντάκτης στο περιοδικό "New Technology Online" και στην εφημερίδα "Ενέργεια και Οικονομία". Παράλληλα είναι o Road Test Editor στο κανάλι CarGuysGr (YouTube).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.