Δοκιμή: Dacia Duster 1.0 TCe ECO-G (LPG)
“Value For Money”, χώροι και άνεση. Χαρακτηριστικά που ζητά η μέση οικογένεια από το αυτοκίνητο της και το νέο Duster, το πιο δημοφιλές μοντέλο της Dacia, ορίζεται από αυτά. Στη δεύτερή του γενιά βελτιώθηκε σε βασικούς τομείς για καλύτερη απόδοση, λιγότερες εκπομπές ρύπων και περισσότερο εξοπλισμό, με νέα σύνολα κινητήρων βενζίνης και πετρελαίου αλλά και με τη δυνατότητα επιλογής ενός εναλλακτικού καυσίμου, του υγραερίου. Στην έκδοση διπλού καυσίμου 1.0 TCe ECO-G έρχεται με εργοστασιακό σύστημα βενζίνης-υγραερίου, δύο κανονικά ρεζερβουάρ, χαμηλότερες συνολικές εκπομπές ρύπων, αυτονομία που μπορεί να ξεπεράσει τα 1.000 χιλιόμετρα και τιμή που στη καλύτερη έκδοση εξοπλισμού, με έναν πλούσιο βασικό εξοπλισμό, δεν ξεπερνά τις 18.000 ευρώ.
Περιπετειώδης εμφάνιση

Σχεδιαστικά το Duster “φωνάζει” Off-Roader και ενώ σε σχέση με τη προηγούμενη γενιά έχει κρατήσει στο μεγαλύτερο βαθμό το σχήμα του, έχει εκμοντερνιστεί αρκετά για να μην είναι εντελώς αδιάφορο σε σύγκριση με τα υπόλοιπα φουτουριστικά μοντέλα του ανταγωνισμού. Τα Led φώτα ημέρας, τα φουσκωμένα φτερά, τα προστατευτικά στους προφυλακτήρες, οι ράγες οροφής με το λογότυπο “Duster” και οι ψεύτικοι αεραγωγοί στο πλάι προσδίδουν αρκετά στο χαρακτήρα του και το διαφοροποιούν. Οι επιλογές εξατομίκευσης παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση του και στη κορυφαία έκδοση Prestige, πέρα από τους τροχούς 17 ιντσών, το πακέτο Look περιλαμβάνει κάλυμματα εξ. καθρεφτών σε χρώμιο, ράγες οροφής σε χρώμιο σατινέ με λογότυπο Duster, ποδιά προφυλακτήρα εμπρός-πίσω σε απόχρωση χρωμίου σατινέ και σκούρα φιμέ κρύσταλλα.
Χώροι, εργονομία και εξοπλισμός
Για την ποιότητα δεν χρειάζεται να πούμε αρκετά πράγματα. Το γνωρίζετε όλοι άλλωστε πως πρόκειται για ένα Budget αυτοκίνητο και όλα τα υλικά στο εσωτερικό είναι σκληρά, αν και πρέπει να τονίσουμε ότι η συναρμογή είναι πάνω από ικανοποιητική, αφού δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος τριγμός και το ταμπλό είναι στιβαρό. Πέρα από αυτό, οι διακόπτες και τα χειριστήρια που έρχονται κατευθείαν από τα μικρά μοντέλα της Renault έχουν ένα Premium φινίρισμα και σε γενικές γραμμές δεν έχουμε κανένα παράπονο για την αίσθηση του εσωτερικού εκτός από τον λεβιέ των multemedia στα δεξιά της στήλης του τιμονιού και την σταθερότητα της πλαφονιέρας στο μπροστινό μέρος της καμπίνας.

O σχεδιασμός δε φέρνει κάποια επανάσταση, είναι απλός και συνεχίζει την παράδοση με εργονομικά χαρακτηριστικά και πολλούς χώρους. Ξεχωρίζουν οι στρογγυλοί αεραγωγοί για το A/C ή το κλιματιστικό και ο ανοικτός αποθηκευτικός χώρος στο ταμπλό, που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από τον οδηγό και διαθέτει ακόμα και αντιολισθητική επιφάνεια για την τοποθέτηση μικρών και ελαφριών αντικειμένων. Το ντουλαπάκι έχει ικανοποιητικό μέγεθος και σίγουρα θα χρησιμοποιείται συχνά, αφού το κεντρικό υποβραχιόνιο με αποθηκευτικό χώρο 1 λίτρου είναι προαιρετικό. Υπάρχει όμως ένα απλό υποβραχιόνιο για επιπλέον άνεση στον οδηγό αλλά και αρκετοί χώροι σε όλη τη καμπίνα. Οι θήκες στις πόρτες είναι μεγάλες, ενώ υπάρχουν θήκες στις πλάτες των καθισμάτων, στη κεντρική κονσόλα, δύο ποτηροθήκες και ένας μικρός κυκλικός χώρος, που έμεινε κενός από τον επιλογέα της τετρακίνητης έκδοσης και μπορεί να εκμεταλλευτεί για αποθήκευση ψηλών. Οι χώροι για τους πίσω επιβάτες είναι αρκετά καλοί για τη κατηγορία, τόσο με το διαθέσιμο χώρο για το κεφάλι όσο και για τα γόνατα και το κεντρικό τούνελ, αν και πλατύ, δεν υψώνεται πολύ και επομένως δεν θα δυσκολέψει τον τρίτο επιβάτη να τοποθετήσει τα πόδια του. Την εύκολη “εγκατάσταση” παιδικού καθίσματος θα επιτρέψουν το άνοιγμα της πόρτας και τα εύκολα προσβάσιμα σημεία δεσίματος ISO-FIX, με μόνη σημείωση, ότι εάν έχετε οδηγήσει προηγουμένως σε χωματόδρομο ή λασπόδρομο είναι εύκολο να λερωθείτε από το πλαϊνό σημείο του αυτοκινήτου. Αν και οι λασπωτήρες κάνουν εξαιρετική δουλειά, η τοποθέτηση των προαιρετικών σκαλοπατιών, ίσως είναι καλή επιλογή.

Ο χώρος αποσκευών δεν αλλάζει, αφού το ντεπόζιτο του υγραερίου βρίσκεται στη θέση της ρεζέρβας και τα 445 λίτρα με το μεγάλο και πλατύ άνοιγμα παραμένουν. Τα πίσω καθίσματα μπορούν να αναδιπλωθούν μονοκόμματα στην βασική έκδοση ή 60/40 από την έκδοση Sportive, επεκτείνοντας το συνολικό διαθέσιμο χώρο, υπάρχει όμως ένα σκαλοπάτι μεταξύ δαπέδου και καθισμάτων αλλά και ένα “μεγαλούτσικο” κατώφλι φόρτωσης. Παρ’ όλα αυτά υπάρχου γατζάκια, σημεία δεσίματος, μια μικρή “θήκη στα αριστερά και πρίζα 12V.
Δεν λείπει και η τεχνολογία από τον εξοπλισμό αφού από την έκδοση Sportive υπάρχει μια οθόνη πολυμέσων 7 ιντσών με πλοήγηση και ελληνικούς χάρτες, Bluetooth, USB και Android Auto & Apple CarPlay, Cruise Control με χειριστήρια στο τιμόνι ενώ στην πιο πλούσια έκδοση Prestige που δοκιμάσαμε είναι διαθέσιμες τέσσερις (!) κάμερες περιμετρικά του αυτοκινήτου για πολλαπλές θεάσεις με αυτόματη και χειροκίνητη επιλογή, υποβοήθηση τυφλού σημείου και διακόπτης ECO. Προαιρετικά, το keyless σύστημα με το κλειδί-κάρτα του Group, είναι μια ωραία επιλογή, μιας και το συμβατικό κλειδί του Duster μας “γύρισε μια δεκαετία πίσω”.
Ο εξοπλισμός στην κορυφαία έκδοση είναι υπερπλήρης χωρίς να ξεφεύγει τιμολογιακά αλλά ακόμα και από τη μεσαία έκδοση είναι πλέον διαθέσιμες βασικές ανέσεις, όπως τα ηλεκτρικά παράθυρα εμπρός και πίσω, το ρυθμιζόμενο τιμόνι και κάθισμα, που έλειπαν από τη προηγούμενη γενιά. Η θέση οδήγησης είναι είναι άνετη και ψηλή ενώ πολύ καλή είναι και η ορατότητα προς όλες τις κατευθύνσεις.
Οικονομία και αυτονομία
Ο κινητήρας διπλού καυσίμου ECO-G αποδίδει 100 ίππους και και 170 Nm ροπής διαθέσιμα από τις 2.000 σ.α.λ. Πρόκειται για έναν σχετικά πολιτισμένο στην λειτουργία του κινητήρα, ο οποίος είναι ρυθμισμένος για τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία. Αυτό αποτυπώνεται τόσο στην αίσθηση όσο και στην κατανάλωση και το 6άρι χειροκίνητο κιβώτιο, με το οποίο συνδυάζεται πλέον, θα βοηθήσει και στα δύο αλλά δεν θα ευχαριστήσει με την “ασαφή” αίσθηση του επιλογέα. Ο συμπλέκτης είναι καλός και εύκολος στη λειτουργία του.
Το τράβηγμα του κινητήρα είναι αρκετά μεστό στις μεσαίες στροφές και τα 170 Nm που είναι διαθέσιμα από χαμηλά θα επιτρέψουν τις προσπεράσεις αλλά και τη κίνηση του αυτοκινήτου με μεγάλο φορτίο. Δεν αντιμετωπίσαμε πρόβλημα, αφού δοκιμάσαμε να κινηθούμε με 4 άτομα και τον εξοπλισμό μας, σε ανηφόρες και χωματόδρομο. Σε καμία περίπτωση βέβαια δεν εντυπωσιάζουν οι επιδόσεις, εντυπωσιάζει όμως η αυτονομία.

Δεδομένων των δύο ντεπόζιτων 50 και 34 λίτρων για τη βενζίνη και το υγραέριο αντίστοιχα, αυτή μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 1.000 χιλιόμετρα, αναλόγως τον τρόπο οδήγησης. Σύμφωνα με τη Dacia στις ιδανικές συνθήκες μπορεί να πλησιάσει ακόμα και τα 1.400 χιλιόμετρα, όμως με πραγματική χρήση και με καταναλώσεις στα 7.5 και 8 λίτρα/100 χλμ. που μετρήσαμε κάτι τέτοιο δεν φάνηκε εφικτό και το σενάριο των 1.000 χλμ. είναι πιο ρεαλιστικό με την υποσημείωση ότι λόγω των περιορισμών δεν είχαμε την ευκαιρία να δούμε τις αντίστοιχες καταναλώσεις και σε ένα ταξίδι.
Το πρόγραμμα ECO, επεμβαίνει στο τιμόνι και την απόκριση του κινητήρα για την βελτίωση της κατανάλωσης. Η διαφορά στο συγκεκριμένο μοντέλο είναι αρκετά μεγάλη και η χρήση του προγράμματος εκτός πόλης θα έχει αντίθετα αποτελέσματα.
Μέσα στη πόλη όμως και για τις καθημερινές μετακινήσεις μπορείς να κινείσαι μόνο με το υγραέριο, το οποίο μπορεί να προσφέρει κοντά στα 330 χιλιόμετρα με νορμάλ οδήγηση, μειώνοντας το κόστος χρήσης σε μεγάλο βαθμό καθώς η τιμή του καυσίμου στην Ελλάδα είναι 60% (ή και περισσότερο) χαμηλότερη της βενζίνης, και σχεδόν στο μισό του κόστους του πετρελαίου. Αυτό σημαίνει ότι ο οδηγός κάνει οικονομία σε κάθε γέμισμα, ενώ το συνολικό κόστος ανά χιλιόμετρο είναι χαμηλότερο σε σχέση τόσο με έναν κινητήρα βενζίνης, όσο και με έναν diesel. Επίσης σε αντίθεση με το φυσικό αέριο, το δίκτυο ανεφοδιασμού είναι πιο πυκνό και ευκολότερα προσβάσιμο ακόμα και στην επαρχία. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει δυνατότητα κίνησης και με βενζίνη.

Η διαδικασία είναι πολύ απλή και γίνεται είτε χειροκίνητα από έναν διακόπτη που βρίσκεται στα αριστερά του τιμονιού είτε αυτόματα όταν η δεξαμενή του LPG αδειάσει, με την κρύα εκκίνηση να γίνεται πάντα με βενζίνη. Δεν υπάρχει διαφορά ούτε στη λειτουργία ούτε στη χροιά παρά μόνο στις μετρημένες επιδόσεις και στην τελική ταχύτητα η οποία μειώνεται κατά 2 χλμ./ώρα με τη χρήση της βενζίνης αλλά ακόμα και αυτή με λίγη φόρα μπορεί να ξεπεράσει τα 170 χλμ./ώρα που είναι πάνω από το επιτρεπτό όριο των αυτοκινητόδρομων. Δίπλα στον διακόπτη επιλογής του καυσίμου υπάρχει και ένας μετρητής με Led-άκια για τη δεξαμενή του υγραερίου, υπάρχει όμως στην μικρή οθόνη μεταξύ των αναλογικών οργάνων η ένδειξη της αυτονομίας και για τα δύο καύσιμα.
Οι εκπομπές των ρύπων είναι επίσης μειωμένες κατά 10% από τoν αντίστοιχο κινητήρα βενζίνης και δεν ξεπερνούν τα 111-112 γρ./χλμ. σύμφωνα με το πρωτόκολλο NEDC. Κάπως έτσι η έκδοση ECO-G έχει χαμηλότερα τέλη κυκλοφορίας, σημαντικά χαμηλότερο κόστος ανεφοδιασμού και μεγαλύτερη αυτονομία από τους κινητήρες βενζίνης και πετρελαίου.
Άνετο και ικανό

Το Duster δεν βασίζεται στη πλατφόρμα CMF-B αλλά στην ίδια πλατφόρμα που βασιζόταν η προηγούμενη γενιά του, η οποία όμως είναι, σύμφωνα με την Dacia, αρκετά βελτιωμένη και πιο άκαμπτη στηρίζοντας το πιο στιβαρό σύνολο. Οι διαστάσεις του ξεπερνούν το μέσο όρο των B-SUV και αγγίζουν τα C-SUV όπως και τα 21 εκ. απόστασης από το έδαφος, τα οποία είναι όμοια με άλλα Compact SUV με Off-Road προσανατολισμό. Πέρα από την εμφάνιση το Duster είναι γενικότερα σκληροτράχηλο και έχει ικανοποιητικές γωνίες προσέγγισης-διαφυγής και ράμπας (30°,21°,34°) ώστε να επιτρέψει την άνετη και με ασφάλεια μετακίνηση σε κακοτράχαλους δρόμους και χωματόδρομους που ένα συμβατικό και πιο χαμηλό αυτοκίνητο, ακόμα και B-SUV, δεν θα μπορούσε. Οι περιμετρικές κάμερες μάλιστα, βοηθούν τον οδηγό στην αποφυγή εμποδίων που δεν είναι ορατά από την καμπίνα. Στην περίπτωση μας, η δοκιμή έγινε την περίοδο που η κακοκαιρία “Μήδεια” με τα πολλά χιόνια κατέκλυσε την αττική, παρ’ όλα αυτά μπορέσαμε να μετακινηθούμε όπου ήταν αυτό δυνατό και το μόνο που θα θέλαμε είναι την απενεργοποίηση του συστήματος ευστάθειας το οποίο είναι λίγο ευαίσθητο. Με τα κατάλληλα ελαστικά, το προσθιοκίνητο Duster, θα αποδειχθεί ιδιαίτερα ικανό για Off-Road καταστάσεις.
Όσο “σκληρό” είναι εκτός δρόμου άλλο τόσο φιλικό, ευκολοδήγητο και άνετο είναι εντός όμως. Η ανάρτηση είναι πολύ καλά ρυθμισμένη και η απόσβεση της αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη με τον ημιάκαμπτο άξονα στο πίσω μέρος να “χτυπάει” μόνο σε μεγάλες εγκάρσιες ανωμαλίες. Βέβαια, η μαλακή ρύθμισή της σε συνδυασμό με τα 21 εκ. απόστασης από το έδαφος θα αποτρέψουν οποιαδήποτε σκέψη για γρήγορη οδήγηση σε στροφές με τις κλίσεις να είναι σε λογικά για τα δεδομένα επίπεδα. Το τιμόνι είναι ελαφρύ ευνοώντας την κίνηση σε αστικό περιβάλλον και η πληροφόρηση του είναι καλή, έχει όμως μια μικρή ασάφεια. Τα φρένα είναι και αυτά καλά και η λίγο απότομη αίσθηση του πεντάλ συνηθίζεται πολύ γρήγορα. Η ποιότητα κύλισης στον αυτοκινητόδρομο είναι ικανοποιητική και η ηχομόνωση εμφανώς βελτιωμένη από τη προηγούμενη γενιά. Τα 3 αστεράκια βαθμολογίας του για την ασφάλεια στο EuroNCAP προέρχονται κυρίως από την απουσία βασικών συστημάτων ασφάλειας, όπως το αυτόματο φρενάρισμα και το σύστημα διατήρησης του αυτοκινήτου στη λωρίδα κυκλοφορίας.

Συμπέρασμα
To ανανεωμένο Duster “ξεσκονίζει” τον ανταγωνισμό και στην έκδοση διπλού καυσίμου επαναπροσδιορίζει τον όρο του “Value For Money” αυτοκινήτου. Εάν αγνοήσεις τη ποιότητα κατασκευής σε ορισμένα σημεία δεν θα απογοητεύσει πουθενά. Μεγάλοι χώροι, δυνατότητες κίνησης εκτός και εντός δρόμου με άνεση, οικονομικό κόστος χρήσης και ασυναγώνιστη τιμή για αυτά που προσφέρει. Εάν θέλετε τη γνώμη μας, αξίζει η προσθήκη δύο δόσεων ακόμα για την αγορά της καλύτερης έκδοσης Prestige, που στα 17.660 €, έχει κυριολεκτικά τα πάντα και εγγύηση 5 ετών που συνδυάζεται με παροχή 3 ετών δωρεάν οδικής βοήθειας.
Φωτογραφίες: Κυριάκος Χατζηχαραλάμπους
Τιμή και τεχνικά χαρακτηριστικά
Τιμή: από 15.680 €, 17.660 € στην Έκδοση Prestige
Κινητήρας: 999 κ.εκ. τρικύλινδρος υπερτροφοδοτούμενος
με διπλό καύσιμο υγραέριο/βενζίνη
Ισχύς-Ροπή: 100 hp / 4.600-5.000 σ.α.λ., 170 Nm / 2.000 σ.α.λ
Μετάδοση: Εμπρός τροχούς με μηχανικό κιβώτιο 6 σχέσεων
Επιτάχυνση(LPG-Βενζίνη): 0-100 χλμ./ώρα σε 13.8-15.1 δευτερόλεπτα
Τελική ταχύτητα(LPG-Βενζίνη): 168-166 χλμ./ώρα
Μέση κατανάλωση
εταιρείας – δοκιμής(LPG/Βενζίνη): 6.5/8.4 – 7.5/8 λ./100 χλμ.
Εκπομπές CO2: 112 g/km
Τέλη κυκλοφορίας:
Διαστάσεις (Μ/Π/Υ): 4.341/1.804/1.693 mm
Βάρος: 1305 κιλά
Χώρος αποσκευών: 446 λ.






